εφάμιλλος

-η, -ο (ΑΜ ἐφάμιλλος, -ον)
άξιος να έλθει σε άμιλλα με άλλον, να παραβληθεί με κάποιον ή με κάτι, ισάξιος (α. «τα ελληνικά υφάσματα είναι εφάμιλλα τών ευρωπαϊκών» β. «τῶν πιστῶν ὑπογραμμός, τῶν μαρτύρων ἐφάμιλλος», Μηναί.
γ. «ἀρχή ἐφάμιλλος ταῑς μεγίσταις», Πολ.)
μσν.
φρ. «ἐξ ἐφαμίλλου» — ισάξια
αρχ.
1. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐφάμιλλον
ισότητα, ομοιότητα, ίση αξία
2. αυτός που αποτελεί αντικείμενο άμιλλας, αυτός για τον οποίο αμιλλώνται, συναγωνίζονται κάποιοι («ἐφαμίλλου τῆς εἰς τὴν πατρίδα εὐνοίας ἐν καινῷ πᾱσι κειμένης», Δημοσθ.).
επίρρ...
εφαμίλλως (Α ἐφαμίλλως και ἐφάμιλλον και ἐφάμιλλα)
με τον ίδιο ζήλο, με ίση ανταγωνιστική διάθεση («ἐφαμίλλως ἀγωνισαμένη τῷ γυναικείῳ δράματι πρὸς τὸ ἀνδρεῑον», Πλούτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ἅμιλλα «αγώνας, συναγωνισμός»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐφάμιλλος — a match for masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εφάμιλλος — η, ο 1. ο άξιος να παραβγεί με κάποιον. 2. τόσο άξιος, όσο και κάποιος άλλος, ισόπαλος, ισάξιος: Τα ελληνικά προϊόντα είναι εφάμιλλα των ευρωπαϊκών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐφαμίλλω — ἐφάμιλλος a match for masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἐφάμιλλος a match for masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφαμίλλως — ἐφάμιλλος a match for adverbial ἐφάμιλλος a match for masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφάμιλλον — ἐφάμιλλος a match for masc/fem acc sg ἐφάμιλλος a match for neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφαμίλλοις — ἐφάμιλλος a match for masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφαμίλλου — ἐφάμιλλος a match for masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφαμίλλους — ἐφάμιλλος a match for masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφαμίλλων — ἐφάμιλλος a match for masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφαμίλλῳ — ἐφάμιλλος a match for masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.